Το FLIRE στοχεύει στην αλλαγή της υπάρχουσας επιστημονικής και μεθοδολογικής προσέγγισης στην αντιμετώπιση της πλημμύρας και πυρκαγιάς, με σκοπό την ανάπτυξη ενός συνδυαστικού, αποτελεσματικού και αποδοτικού συστήματος εκτίμησης και διαχείρισης των δύο φαινομένων, μέσω της χρήσης καινοτόμων μεθόδων, τεχνολογίας και μοντελοποίησης με κύριο άξονα την πρόληψη, την προσαρμογή και τη διερεύνηση της αλληλεπίδρασης διαφορετικών παραγόντων.

Η παραδοσιακή έρευνα και κατά συνέπεια και διαχείριση των πλημμυρικών φαινομένων και των δασικών πυρκαγιών υλοποιείται μέσω ξεχωριστών συστημάτων συλλογής πληροφοριών και μοντέλων με αποτέλεσμα την παράληψη δύο πολύ σημαντικών γεγονότων:
Τόσο οι πλημμύρες όσο και οι πυρκαγιές θεωρούνται από τις πιο επικίνδυνες φυσικές καταστροφές με αρκετά σοβαρές και ποικίλες οικονομικό-κοινωνικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων της απώλειας της ανθρώπινης ζωής, της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και υποβάθμισης της ποιότητας ζωής και υγείας, της καταστροφής της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας και της αποδιοργάνωσης ή και διακοπής πολλαπλών οικονομικών δραστηριοτήτων. Συγχρόνως και τα δύο καταστροφικά φαινόμενα έχουν σημαντικές αισθητικές συνέπειες και πολύ συχνά απειλούν την πολιτισμική κληρονομιά των περιοχών που πλήττουν.

Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο οι πλημμύρες είναι οι πιο συχνά καταγεγραμμένες φυσικές καταστροφές και επηρεάζουν 25% περισσότερο την ανθρώπινη ζωή από κάθε άλλο είδος φυσικής καταστροφής (Prevention Web, 2011). Από την άλλη πλευρά οι οικονομικές καταστροφές που έχουν προκληθεί από δασικές πυρκαγιές (συμπεριλαμβανομένης της μειωμένης ικανότητας ενός καμένου δάσους για αναγέννηση) είναι εξίσου σημαντικές και ειδικότερα σε Μεσογειακές περιοχές, όπου η συχνότητα των φαινομένων είναι ιδιαίτερα αυξημένη (Eurostat, 2007). Και τα δύο φαινόμενα –πλημμύρα και πυρκαγιά- προκαλούν σημαντική υποβάθμιση των υπηρεσιών οικοσυστημάτων και για αυτό ακριβώς είναι ζητήματα προτεραιότητας στην ατζέντα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Η οικολογική υποβάθμιση γίνεται ακόμα πιο έντονη στις περιπτώσεις όπου τα δύο φαινόμενα συνδυάζονται, γεγονός που συμβαίνει αρκετά συχνά, π.χ. μία πλημμύρα είναι πιο πιθανή και πιο καταστροφική όταν συμβαίνει σε μία δασική περιοχή η οποία έχει ήδη καταστραφεί από μία μεγάλη πυρκαγιά. Η πιθανότητα αλλά και η έκταση και των δύο φαινομένων εξαρτώνται σημαντικά όχι μόνο από τις υπάρχουσες καιρικές συνθήκες σε μία περιοχή αλλά και από την ανθρώπινη παρέμβαση, η οποία είναι αρκετά εκτεταμένη στις περί-αστικές περιοχές και είναι δυνατόν να μεγεθύνει τις επιπτώσεις των φαινομένων στο περιβάλλον.

Οι βασικές πτυχές των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των δύο φαινομένων είναι:
Η ποιότητα των καμένων εδαφών είναι υποβαθμισμένη λόγω των αλλαγών στις φυσικές και χημικές ιδιότητες του εδάφους. Η μετατροπή της οργανικής ύλης του εδάφους σε στάχτη έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη αποδοτικότητά του. Η ποιότητα του αέρα καθώς και το ισοζύγιο ακτινοβολιών στην ατμόσφαιρα μπορούν να επηρεαστούν δραματικά, είτε άμεσα είτε έμμεσα λόγω της αυξημένης εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου κατά τη διάρκεια μίας πυρκαγιάς. Τα αέρια του θερμοκηπίου περιλαμβάνουν μονοξείδιο του άνθρακα, διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο και διοξείδιο του αζώτου (CO,CO2, CH4, N2O).

Επιπροσθέτως η καταστροφή της φυτοκάλυψης του δάσους επηρεάζει έμμεσα το περιβάλλον καθώς αυξάνει τον κίνδυνο πλημμυρικών φαινομένων στην καμένη περιοχή.

Τα υδροαπωθητικά εδάφη που δημιουργούνται από τις δασικές πυρκαγιές λειτουργούν ανασταλτικά στην απορρόφηση του νερού από το έδαφος με αποτέλεσμα την αύξηση της απορροής και της πλημμυρικής αιχμής. Τέλος η συνεπακόλουθη οικολογική υποβάθμιση θέτει σε αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα του δάσους και των γύρω οικοσυστημάτων.

Η περιοχή υλοποίησης

Το FLIRE υλοποιείται σε περιαστική έκταση της Ανατολικής Αττικής , στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης απορροής του ρέματος Ραφήνας, μία τυπική μεσογειακή περιοχή που εκτείνεται σε περίπου 130 km2 και χαρακτηρίζεται από ραγδαία και ανεξέλεγκτη αστικοποίηση. Η περιοχή είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη και συνηθισμένη τόσο σε πλημμυρικά φαινόμενα όσο και σε δασικές πυρκαγιές με αποτέλεσμα τη σταδιακή οικολογική της υποβάθμιση, με σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στους κατοίκους της αλλά και στο σύνολο του πληθυσμού της Αθήνας (5 εκατομμύρια κάτοικοι).

Η ευρύτερη περιοχή της λεκάνης απορροής του ρέματος Ραφήνας περιλαμβάνει 30% δασικές εκτάσεις, 50% καλλιεργήσιμα εδάφη και λιβάδια τα οποία βρίσκονται στις ανάντη περιοχές της λεκάνης και 20% αστικό ιστό που βρίσκεται στις κατάντη περιοχές.

Η κυρίαρχη βλάστηση στα δάση αποτελείται κυρίως από αείφυλλους –πλατύφυλλους θαμνότοπους, κωνοφόρα (κυρίως Χαλέπι Πέυκης) και σκληρόφυλλη βλάστηση, είδη ιδιαίτερα εύφλεκτα. Οι έντονες δασικές πυρκαγιές είναι πολύ συχνές στην περιοχή ( περίπου 80 πυρκαγιές λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής κάθε χρόνο, καταστρέφοντας περίπου 4.500 εκτάρια δασικής γης), με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των ανάντη ευάλωτων δασών και τη σημαντική αλλαγή της κάλυψης γης. Όσον αφορά στα ύδατα της περιοχής, το κυρίως υδατόρευμα είναι το ρεύμα της Ραφήνας, το οποίο απορρέει στο Νότιο Ευβοϊκό Κόλπο, με τα ρέματα του Λυκορέματος, της Αγ. Παρασκευής και του Νέου Βουτζά, τα οποία στραγγίζουν στις πλαγιές του όρους Πεντελικού. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού το νερό που ρέει στα ρέματα αυτά έχει συχνά χαμηλή στάθμη, ενώ σε περιπτώσεις καύσωνα ενδέχεται να μην υπάρχει καν ροή στο ρέμα.

Παρά το γεγονός της χαμηλής ροής του νερού κατά τη διάρκεια των θερμών περιόδων, η περιοχή χαρακτηρίζεται από συχνά πλημμυρικά φαινόμενα. Αυτό μπορεί να αποδοθεί κυρίως:
Οι ίδιοι λόγοι είναι που αυξάνουν τη διάβρωση, την αύξηση του φορτίου ιζημάτων και τις υδρομορφολογικές αλλαγές στα υδάτινα σώματα της περιοχής με εμφανείς επιπτώσεις στην κατάσταση τους.