Το έργο FLIRE προβλέπει δύο προπαρασκευαστικές δράσεις οι οποίες σκοπεύουν αφενός στο στρατηγικό σχεδιασμό για την επιτυχή υλοποίηση του έργου και αφετέρου στην αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης στην περιοχή της λεκάνης απορροής του ρέματος Ραφήνας.

Δράση Α.1. Τεχνικός Σχεδιασμός

Η δράση αυτή στοχεύει στο σχεδιασμό ενός πλάνου υλοποίησης το οποίο θα αποτελεί το βασικό στοιχείο της επιτυχούς διαχείρισης και εφαρμογής του FLIRE καθώς και της αποτελεσματικής αξιολόγησης της προόδου του έργου.

Δράση Α.2. Αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης της περιοχής μελέτης

Η δράση αποσκοπεί στην αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης στην περιοχή μελέτης (από άποψη υδρολογικών, γεωμορφολογικών, υδρολιθολογικών συνθηκών και επικινδυνότητας σε πυρκαγιά στο αγροτικό και περιαστικό τμήμα της περιοχής και αστικοποίησης και ρυθμού ανάπτυξης στον αστικό ιστό), όπως επίσης και στην αναγνώριση των παραγόντων εκείνων που εμποδίζουν την αποτελεσματική εκτίμηση και διαχείριση των πλημμύρων και πυρκαγιών στην Ανατολική Αττική μέχρι τώρα.
Τέτοιοι παράγοντες περιλαμβάνουν:
Η αναλυτική έρευνα της περιοχής μελέτης και η διαβούλευση με τις τοπικές αρχές και τους εμπλεκόμενους θεσμικούς και κοινωνικούς φορείς ξεκινάει από την αρχή υλοποίησης του έργου ώστε να εξασφαλιστεί η αναγνώριση εκείνων των παραγόντων που θα οδηγήσουν σε μία πιο στοχευμένη και προσαρμοσμένη στην ιδιαιτερότητα της περιοχής προσέγγιση του FLIRE, με απώτερο σκοπό τη μεγιστοποίηση της επιρροής του έργου στο περιβάλλον, την κοινωνία και την οικονομία της περιοχής.

Η συλλογή των πληροφοριών θα λειτουργήσει επίσης και ως σημείο αναφοράς για τις αρχικές συνθήκες που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης απορροής του ρέματος της Ραφήνας. Η εκτενής και ακριβής πληροφόρηση για την συγκεκριμένη περιοχή, είναι άκρως απαραίτητη για την αποτελεσματική μοντελοποίηση της λεκάνης απορροής, της προσομοίωσης της πυρκαγιάς και της αστικής πλημμύρας.

Τα δεδομένα που απαιτούνται περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων αναλυτικά τοπογραφικά στοιχεία (ακριβή Ψηφιακά Μοντέλα Εδάφους, αναλυτικά υδρογραφικά δίκτυα κλπ), στοιχεία χρήσεων γης, γεωλογικούς και υδρολιθολογικούς χάρτες, χάρτες αστικού σχεδιασμού, δημογραφικά δεδομένα και κάθε άλλη πληροφορία σχετική με την αστική ανάπτυξη. Επισκέψεις στην περιοχή θα συμβάλλουν στη συλλογή πρόσθετων πληροφοριών που θα αποτυπώσουν τις υπάρχουσες συνθήκες ακριβώς πριν την έναρξη των δράσεων υλοποίησης του έργου FLIRE.

Επίσης, μελέτες πεδίου για τη συλλογή δεδομένων για τη βλάστηση και την καύσιμη ύλη στις δασικές εκτάσεις (δεδομένα που αφορούν στη συσσώρευση νεκρής βιομάζας και βλάστησης που συχνά μεταφέρει η φωτιά) πρόκειται να οργανωθούν. Παράλληλα, οι επιτόπιες επισκέψεις στο πεδίο και οι διαδικασίες βαθμονόμησης χαρτών θα επικυρώσουν την αναγνώριση και χαρτογράφηση της οριζόντιας κατανομής της βλάστησης σε στρώματα, όπως βότανα, θάμνους και κορυφές δέντρων.

Πέραν της συστηματικής συλλογής απαραίτητων δεδομένων, και των επιτόπιων επισκέψεων στην περιοχή, πρόκειται να λάβει χώρα ενδελεχής βιβλιογραφική ανασκόπηση, ώστε να καλυφθούν τυχόν κενά γνώσης, είτε για τις υπάρχουσες συνθήκες στην περιοχή μελέτης, είτε ως προς την αντιμετώπιση προβλημάτων που σχετίζονται με την περιορισμένη διαθεσιμότητα δεδομένων για την εκτίμηση και διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας και πυρκαγιάς.

Το ΕΜΠ έχει ήδη εκπονήσει υδρολογικές αναλύσεις σε επιλεγμένα τμήματα της περιοχής μελέτης του FLIRE, μέσω προπτυχιακών και μεταπτυχιακών διπλωματικών εργασιών και σχετικών ερευνητικών δραστηριοτήτων. Επιπρόσθετα το ΕΜΠ λειτουργεί από το 2005 το Υδρολογικό Παρατηρητήριο της Αθήνας (ΗΟΑ), ένα δίκτυο αυτόματων τηλεμετρικών υδρομετεωρολογικών σταθμών που παρακολουθούν τις υδρομετεωρολογικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Αττικής, και διανέμουν τις πληροφορίες σε σχεδόν πραγματικό χρόνο στο ευρύ κοινό μέσω της ιστοσελίδας του δικτύου.

Ένα αρκετά μεγάλο εύρος σχετικών δεδομένων (μελέτες, ιστορικές χρονοσειρές των υδρομετεωρολογικών και στατιστικών δεδομένων ) που έχουν ήδη συλλεχθεί από προηγούμενες εργασίες θα υποστηρίξουν την επιτυχή αναγνώριση της παρούσας υδρολογικής κατάστασης της Ανατολικής Αττικής.

Η ALGO θα δημιουργήσει μία χωρική βάσης δεδομένων με στοιχεία βλάστησης, δασικών καυσίμων και άλλων πυρολογικών παραμέτρων και θα παράξει τα αντίστοιχα θεματικά επίπεδα συμπεριλαμβανομένου του ψηφιακού χάρτη της δασικής καύσιμης ύλης για την περιοχή. Για τον σκοπό αυτό θα συλλεχθούν στοιχεία, τα οποία εκτός των μετεωρολογικών δεδομένων θα αφορούν στην τοπογραφία, τη βλάστηση, στατιστικά πυρκαγιών, τον τύπο και τη θέση υποδομών, τις απειλούμενες αξίες, τους οικισμούς και το δίκτυο παρατηρητηρίων για την πυροπροστασία της περιοχής.

Η δημιουργία του χάρτη δασικών καυσίμων θα στηριχθεί σε δορυφορικά δεδομένα, χάρτες βλάστησης και στοιχεία πεδίου.

Οι κύριες παράμετροι για το χαρακτηρισμό των δασικών καυσίμων είναι το φορτίο της καύσιμης ύλης ανά μονάδα επιφανείας και η κατανομή των κλάσεων μεγεθών της δασικής βιομάζας (μικρότερου μεγέθους στοιχεία ξηραίνονται πιο γρήγορα και συμβάλλουν περισσότερο στην εκδήλωση πυρκαγιάς) στο στρώμα των καυσίμων. Αυτές οι παράμετροι θα χαρτογραφηθούν (Fig. A2b) με βάση την κατανομή της βλάστησης, τη χρήση οικολογικών κριτηρίων και σχετικές εργασίες πεδίου. Ο χάρτης δασικών καυσίμων θα χρησιμοποιεί την τυποποίηση ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ (Fig. A2c) ή νεότερη (ArcFuel), αν και κατά τις δοκιμές μπορεί να εξεταστούν μοντέλα και παράμετροι άλλων αντίστοιχων τυποποιήσεων όπως η NNFL (Fig. A2d). Σε κάθε περίπτωση οι παράμετροι των μοντέλων θα βαθμονομηθούν με στοιχεία από το πεδίο και με προσομοίωση προηγούμενων πυρκαγιών.



Για την ανάλυση του κινδύνου στην περιοχή της Ανατολικής Αττικής θα γίνει ανάλυση ορατότητας λαμβάνοντας υπόψη το υπάρχον δίκτυο παρατήρησης -από επανδρωμένα πυροφυλάκια ή εν λειτουργία αυτόματα συστήματα- για έγκαιρο εντοπισμό πυρκαγιών. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης θα συνδυαστούν με το χάρτη καυσίμων της περιοχής, τις υποδομές, τις χρήσεις γης και τις προτεραιότητες προστασίας ώστε να καθοριστεί το επίπεδο έκθεσης στον κίνδυνο πυρκαγιάς και να δημιουργηθεί ο αντίστοιχος χάρτης τρωτότητας σύμφωνα με την επικινδυνότητα της φωτιάς για τις αντίστοιχες αξίες και λειτουργίες. Για τον προσδιορισμό των θέσεων προστασίας θα ληφθούν υπόψη δεδομένα από δορυφορικές εικόνες και στοιχεία από διοικητικούς φορείς. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης τρωτότητας θα συμπεριληφθούν σε μία έκθεση αυτής της ενότητας εργασίας και θα αξιοποιηθούν στην διαμόρφωση προτάσεων (κατασκευαστικών ή μη) μέτρων για τη βελτίωση της πυροπροστασίας της περιοχής. Η διαδικασία της χαρτογράφησης των πυρικών παραμέτρων οδηγεί στην εκτίμηση του εσωτερικού κινδύνου πυρκαγιάς σε μία περιοχή. Επιπλέον του εσωτερικού κινδύνου θα χρησιμοποιηθεί ένας δείκτης ο οποίος θα συνδυάζει τα δεδομένα της δασικής βλάστησης με την καθημερινή εξέλιξη και διαφοροποίηση των δεδομένων των μετεωρολογικών παραμέτρων και τη σωρευτική επίδραση που αυτά έχουν στην ευφλεκτότητα της βλάστησης κατά τη διάρκεια της περιόδου των πυρκαγιών ώστε να ταξινομείται ο κίνδυνος για πυρκαγιά στην περιοχή σε κατάλληλες κλάσεις για διαχειριστικούς σκοπούς. Ένας αντίστοιχος χάρτης θα δημιουργείται καθημερινά για τον σκοπό αυτό.

Το ΕΜΠ και η ΑLGΟ θα διερευνήσουν σε συνεργασία με τοπικούς φορείς και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη τους λόγους και τους παράγοντες που περιόρισαν τα αποτελέσματα παρόμοιων μελετών κατά το παρελθόν. Για τον σκοπό αυτό θα γίνουν συναντήσεις με τοπικούς φορείς, υπηρεσίες και επιλεγμένες ομάδες ενδιαφερομένων από δημόσιους οργανισμούς ή ακαδημαϊκούς φορείς που δραστηριοποιούνται ή έχουν εργαστεί στην περιοχή σε παρεμφερή θέματα ώστε να διαμορφωθούν συμπεράσματα για τα αίτια και τους περιοριστικούς παράγοντες οιασδήποτε φύσεως που δεν έχουν επιτρέψει την ολοκληρωμένη διαχείριση του συνδυαστικού προβλήματος "πυρκαγιάς-πλημμύρας" στην περιοχή μελέτης αλλά και γενικότερα.